ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ & ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΑΝΘΙΑΣ.
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ αγιος ελευθεριος βιος  
  O Άγιος Ελευθέριος έζησε κατά το δεύτερο μισό του δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος. Γεννήθηκε στη Ρώμη από γονείς ευσεβείς, λαμπρούς και πλουσίους. H πίστη των γονέων του ήταν πολύ μεγάλη. Η μητέρα του ονομαζόταν Ανθία και ήταν υπόδειγμα αρετής και καλοσύνης συγχρόνως όμως τις αρετές της αυτές τις επαύξησε με την ακριβή τήρηση της διδασκαλίας του Χριστού. Η Ανθία υπήρξε μαθήτρια των μαθητών του Αποστόλου Παύλου. Όταν η Ανθία γέννησε το παιδί της, το ονόμασε Ελευθέριο, το οποίο και μεγάλωσε "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου".

Ο πατέρας του Αγίου Ελευθερίου -του οποίου το όνομα δεν γνωρίζουμε- διετέλεσε Ύπατος της Ρώμης, που σήμαινε ότι κατείχε ένα από τα υψηλότερα αξιώματα των αρχόντων και ως εκ τούτου ήταν και πολύ πλούσιος. Όμως λίγο καιρό μετά την γέννηση του Αγίου Ελευθερίου ο πατέρας του εκοιμήθη. Ο Άγιος έτσι έμεινε κοντά στην αγκαλιά της μητέρας του, η οποία, για να τον αναθρέψει σύμφωνα με τον νόμο του θεού, τον παρέδωσε στον Αρχιερέα της Ρώμης για να μάθει τα ιερά γράμματα.
Ο Αρχιερεύς από νωρίς διέκρινε τα ποικίλα χαρίσματα του Ελευθερίου. Διέκρινε το ήθος της νεότητας του, την ευταξία, την κοσμιότητα και πολλές άλλες αρετές και από νωρίς τον έκαμε κληρικό. Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών, τον χειροτόνησε Διάκονο, στα δεκαεπτά σε Πρεσβύτερο και στα είκοσι τον χειροτόνησε Επίσκοπο του Ιλλυρικού.
Το νεαρό της ηλικίας του Αγίου και η γρήγορη ανάρρηση του στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα του επισκοπικού βαθμού δεν προξενεί καμία απορία. Η οικονομία του Θεού ήταν αυτή που οδήγησε τον Αρχιερέα της Ρώμης Ανίκητο να χειροτονήσει τον άγιο σε επίσκοπο, διότι διαφαίνονταν από πολύ νωρίς στο πρόσωπο του πλειάδα αρετών και χαρισμάτων. Η λογιότητα και η σοφία του Αγίου τον κατέστησαν από πολύ νωρίς στην επισκοπή για να φωτίζει με την Θεϊκή σοφία που του είχε δοθεί ως δώρο από τον εν Τριάδι Θεό μας.
Η αγιότητα του Ελευθερίου πολλούς πλανεμένους ανθρώπους οδήγησε στο δρόμο του Θεού. Το μελίρρυτον του στόματος του, ο πηγαίος αυθεντικός Ορθόδοξος λόγος του, η σοφία του έκαμναν πολλούς ειδωλολάτρες να ασπασθούν το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ο άγιος Ελευθέριος είχε καταπλήξει πολύ γρήγορα πλήθος ακροατών, που έρχονταν κοντά του να ξεδιψάσουν με το αθάνατο νερό της διδασκαλίας του Χριστού.
 Η φήμη του αγίου Ιεράρχη έφθασε και στον βασιλιά, ο οποίος με μανία αναζητούσε τον Άγιο να τον θανατώσει, για να σταματήσει μ' αυτή του την πράξη το επιτελούμενο θεάρεστο έργο του Ελευθερίου. Ο βασιλιάς έστειλε τον Φήλικα, τον στρατηλάτη, να φέρει επειγόντως τον Ελευθέριο στο παλάτι. Ο Φήλικας με πλήθη στρατιωτών περικύκλωσε την Εκκλησία, όπου λειτουργούσε ο Άγιος. Όταν μπήκε ο Φήλικας μέσα στον ναό για να συλλάβει τον άγιο Ελευθέριο συνέβη, καθώς τον άκουε να λειτουργεί και να ομιλεί και να είναι προικισμένος με ποικίλα χαρίσματα, από διώκτης να μεταβάλλεται σε υπερασπιστή του Αγίου και γίνεται μαθητής και υποτάσσεται πνευματικώς στον Άγιο. Ο άγιος Ιεράρχης τον νουθέτησε και τον κατήχησε στην χριστιανική πίστη και τον συμβούλευσε να τον οδηγήσει στον βασιλιά για να μη χάσει το στεφάνι του Μαρτυρίου. Ο Άγιος και ο Φήλικας με όλη την συνοδεία του ξεκίνησαν να πάνε στον βασιλιά, σύμφωνα με την σφοδρή επιθυμία του αγίου Ελευθερίου. Καθ' οδόν, όταν συνάντησαν μία βρύση, ζήτησε ο Φήλικας από τον Άγιο να τον βαπτίσει. Ο Άγιος, διακρίνοντας την μεγάλη επιθυμία και τον πόθο του Φήλικα για να γίνει χριστιανός, με μεγάλη προθυμία τον βάπτισε στο όνομα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος.

 Μετά από αρκετές ήμερες έφθασαν στην Ρώμη. Ο Φήλικας, χριστιανός πλέον, ενώθηκε με τους άλλους χριστιανούς της Ρώμης, ο δε άγιος Ελευθέριος εμφανίστηκε ενώπιον του βασιλέως. Ο βασιλιάς, βλέποντας την ωραιότητα της εμφανίσεως του αγίου, την νεότητα του, την ευταξία του και την κοσμιότητα του, τον συμπάθησε και άρχισε να τον παρακαλεί να ασπασθεί την ειδωλολατρία. Ο Άγιος όμως στις παρακλήσεις του βασιλέως σιωπούσε και δεν έδινε καμιά απάντηση. Ο βασιλιάς, βλέποντας τον άγιο Ελευθέριο να σιωπά, συνέχιζε με λόγια κολακευτικά να του υπόσχεται τιμές και δόξες με αντάλλαγμα να προσκυνήσει τα είδωλα. Τον απειλούσε δε πως, εάν δεν προσκυνούσε, θα ακολουθούσαν διάφορα βασανιστήρια. Ο άγιος όμως Ελευθέριος αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα και τους ψεύτικους θεούς.
Όταν ο βασιλιάς είδε την σθεναρή αντίσταση του αγίου Ελευθερίου να προσκυνήσει τα είδωλα, διέταξε να πυρώσουν χάλκινο κρεβάτι και να θέσουν επάνω τον Άγιο, να έχουν δε υποκάτω του κρεβατιού πολλά κάρβουνα αναμμένα, ούτως ώστε το χάλκινο πυρακτωμένο κρεβάτι να ψήνει το σώμα του αγίου. Όταν διαδόθηκε η απόφαση του βασιλιά για τούτο το μαρτύριο του αγίου Επισκόπου, αγανάκτησε μετά λύπης το πλήθος και λοιδόρησε τον βασιλιά για τούτη την εντολή του. Ο Άγιος επάνω στο πυρακτωμένο κρεβάτι, αντί να καίγεται, δροσίζονταν σαν να βρισκόταν πάνω σε τρυφερά και δροσερά χόρτα. Μετά από πολλή ώρα ο βασιλιάς διέταξε να τον βγάλουν από το πυρακτωμένο κρεβάτι, νομίζοντας ότι ο Άγιος πέθανε. Ο δε άγιος Ελευθέριος σηκώθηκε όρθιος και απαθής, χωρίς να έχει καμιά πληγή και κανένα έγκαυμα, υποδεικνύοντας στον βασιλιά το θαύμα και πως αυτό έγινε με την δύναμη του μόνου αληθινού Θεού. Αυτήν την ομολογία του Μάρτυρος ο βασιλιάς την εξέλαβε ως ύβρη κι αμέσως διέταξε νέο, ισχυρότερο βασανιστήριο. Πρόσταξε να βάλουν τον Άγιο πάνω στο πυρωμένο κρεβάτι και, αφού τοποθετήσουν περισσότερα κάρβουνα κάτωθεν του κρεβατιού, από πάνω να χύνουν λάδι για να ανάβει η φωτιά περισσότερο. Και πάλι όμως ο Θεός επισκίασε τον άγιο Ελευθέριο! Η φωτιά έσβησε και ο χαλκός κρύωσε και ο Άγιος, αντί να καίεται, δροσιζόταν! Μόλις ο βασιλιάς βλέπει αυτά, αντί να πιστεύσει ότι μπροστά στα μάτια του συντελείται ένα ακόμα θαύμα, προστάζει να βάλουν λίπος, κερί και πίσσα μέσα σε ένα δοχείο και να βράσουν τον Μάρτυρα. Όταν το δοχείο έγινε κόκκινο από τη φωτιά, ο βασιλιάς απευθύνθηκε προς τον άγιο Ελευθέριο και του είπε- «εάν θέλεις να σωθείς και να μη χάσεις την ψυχή σου, ομολόγησε πίστη στους θεούς». Ο δε Άγιος με γενναιότητα και άφοβα ήλεγχε τον βασιλιά που σκοτώνει τους πιστούς ανθρώπους. Του έλεγε ακόμη πως κανένα βασανιστήριο δεν θα τον μετέπειθε να αλλάξει την πίστη του στον Τριαδικό Θεό. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να τον ρίξουν μέσα στο πυρακτωμένο δοχείο, αλλά και πάλι η δύναμη του Θεού μετέτρεψε την καυτή λάβα σε δροσιά. Ο τύραννος, μπροστά σ' αυτήν την τριπλή αποδοκιμασία και αποτυχία του να κάμει τον Άγιο να δειλιάσει, βρέθηκε σε αμηχανία.
Μπροστά σ’αυτήν την έκδηλη απορία και στενοχώρια του βασιλιά βρέθηκε ο πολυμήχανος έπαρχος της πόλεως Κορέμων, ο οποίος και πρότεινε στον βασιλιά να αναλάβει ο ίδιος να φέρει εις πέρας την εντολή του. Ο βασιλιάς εμπιστεύθηκε στον Κορέμονα την εκτέλεση της εντολής του για την μεταστροφή του Αγίου στα είδωλα.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ αγιος ελευθεριος βιος Τότε ο έπαρχος πρόσταξε και έφεραν κλίβανο χάλκινο, μέσα στον οποίον είχαν τοποθετήσει από παντού καρφωμένα αιχμηρά σίδερα. Έβαλαν δε και φωτιά για να τον πυρώσουν δυνατά και να ρίψουν τον Άγιο μέσα. Ο έπαρχος Κορέμων γνώριζε περί της χριστιανικής πίστεως, πλην όμως δεν άφηνε την θρησκεία των ειδώλων. Ο Άγιος, καθόλην την διάρκεια της ετοι-μασίας του νέου βασανιστηρίου του, προσευχόταν για τους διώκτες του χριστιανισμού και παρακαλούσε, ώστε ο Θεός να τους φωτίσει και να σώσει τις ψυχές τους. Με θερμή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριον και έλεγε: " Ευχαριστώ, Κύριε Ιησού και Θεέ μου, Εσένα πού με ενδυναμώνεις και με αξιώνεις να γευθώ τόσα και τόσα αγαθά, ώστε να μαρτυρήσω για το Πανάγιον Όνομα σου. Συ, Κύριε μου, και τώρα λύτρωσε την ψυχή μου από τα χέρια των εχθρών σου και σώσε με για να γνωρίσουν όλοι, ότι Συ είσαι ο μόνος και αληθινός Θεός και βοήθησε τους να μισήσουν τα αναίσθητα είδωλα και να έλθουν στην μόνη αλήθεια Σου".
Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του και με τρόπο θαυμαστό ο πρώην διώκτης έπαρχος Κορέμων και, ενώ ετοιμάζονταν για το βασανιστήριο του Αγίου, πλησιάζει στον βασιλιά και του λέει: "Ποιό κακό έπραξε ο καλός Ελευθέριος και αποφάσισες να τον θανατώσεις;". Ο βασιλιάς άκουσε με έκπληξη την απορία

του εθελοντή βασανιστή και, αφού τον ρώτησε για ποιό λόγο συνέβη αυτή η μεταστροφή, του είπε: "Κορέμων, εγώ σε τίμησα περισσότερο από άλλους και σε ανέδειξα σε έπαρχο της πόλεως μας. Σου χάρισα μεγάλο πλούτο! Κι αν τώρα-από φιλαργυρία-δωροδοκήθηκες με χρυσό από τον Ελευθέριο, εγώ σου δίνω περισσότερα και μεγαλύτερες τιμές και δόξες".
Ο Κορέμων, όμως, φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και με τις προσευχές του Αγίου και απάντησε στον βασιλιά: «Η τιμή σου ας είναι μαζί με σένα για απώλεια, τα δε χρήματα σου ας τα καύσει το πυρ, το οποίον σε αναμένει στην κόλαση, διότι με το θέλημα σου γίνεσαι τυφλός και δεν βλέπεις την μόνη αλήθεια, που είναι η πίστη στον Θεό του Ελευθερίου και όχι στους θεούς των ειδώλων, οι οποίοι δεν μπορούν κανέναν να γλυτώσουν από την φωτιά, ούτε να λυτρώσουν κανέναν άνθρωπο, όπως ο Χριστός λύτρωσε και λυτρώνει τόσους ανθρώπους με την αναίμακτη θυσία Του, την Θεία Ευχαριστία».
Αυτά όταν άκουσε ο βασιλιάς, θύμωσε τόσο, ώστε την πρωτινή του αγάπη μετέστρεψε σε μίσος και προστάζει να βάλουν στον ετοιμασμένο πυρακτωμένο κλίβανο τον Κορέμονα, τον οποίον είχε προηγουμένως ετοιμάσει ο ίδιος ο Κορέμων για τον Άγιο. Ο Κορέμων, μπροστά στο μαρτύριο του, ζήτησε την ευλογία και την προσευχή του αγίου Ελευθερίου. Όταν οι εκτελεστές του μαρτυρίου έβαλαν τον Κορέμονα στον κλίβανο, αυτός αντί να ξεσχισθεί και να καεί, έμεινε αβλαβής και ευχαριστούσε τον Θεό. Βλέποντας ο βασιλιάς κι αυτό το θαυματουργικό θεϊκό σημάδι δεν ήθελε να πιστεύσει. Διέταξε αμέσως να αποκεφαλίσουν τον Κορέμονα κι έτσι, σε λίγα λεπτά της ώρας, ένας νέος άγιος Μάρτυς ανεδείχθη.

Μετά τον μαρτυρικόν θάνατον του Κορέμονα, πρόσταξε ο βασιλιάς να βάλουν στον κλίβανο τον Άγιο. Αμέσως η φωτιά έσβησε, τα δε σίδερα έστρεψαν προς τα πίσω τα αιχμηρά τους μέρη, ευλαβούμενα κι αυτά το σώμα του αγίου Ελευθερίου. Ο βασιλιάς και μπροστά σ' αυτό το θαύμα έμεινε αναίσθητος και δεν ήθελε να πιστεύσει στην δύναμη του εν Τριάδι Θεού. Αμέσως διατάσσει και βάζει στη φυλακή τον Άγιο. Πολλοί άνθρωποι που είδαν όλες τις θαυματουργίες, που συντελέσθηκαν μπροστά στα μάτια τους, φώναζαν: "Μέγας είναι ο Θεός των χριστιανών".
Ο βασιλιάς διέταξε να αφήσουν τον Άγιο άσιτο και διψασμένο, ώστε να πεθάνει πεινασμένος και διψασμένος. Τον άγιο Ελευθέριο, όμως, έτρεφε καθημερινά ένα περιστέρι -όσον καιρόν ήταν φυλακισμένος- όπως ακριβώς έτρεφε τον Προφήτη Ηλία το κοράκι.
Ο βασιλιάς, βλέποντας ότι οι μεθοδείες του εναντίον του Αγίου δεν πιάνουν, δαιμονίζονταν περισσότερο και προστάζει ένα νέο μαρτύριο. Δίνει εντολή να δέσουν σε ζυγό δύο άγρια άλογα και να δέσουν τον Άγιο πίσω από αυτά και να τον σύρουν επάνω σε πέτρες και βράχια, ούτως ώστε να κατακοπούν οι σάρκες του και να ξεψυχήσει μαρτυρικά. Μάταια όμως τα σχέδια του βασιλιά. Τα υπό τον ζυγών άγρια άλογα στην θέα του Αγίου ηρέμησαν και άγιος Άγγελος λύνει τον μάρτυρα Ιεράρχη από τα δεσμά και τον ανεβάζει πάνω στην άμαξα, την οποία έσερναν τα άλογα, και τον πηγαίνει, χωρίς ταραχή, σε κοντινό βουνό. Εκεί γίνεται ακόμη ένα θαυμαστό σημείο! Καθώς ο άγιος Ελευθέριος διάβαζε τα ιερά γράμματα της ακολουθίας και υμνολογούσε τον Κύριο, μαζεύτηκαν πολλά άγρια ζώα- αρκούδες, λιοντάρια και άλλα πολλά περικύκλωσαν τον άγιο χαίροντας, σκιρτώντας και νεύοντας προς τη γη τα κεφάλια τους σαν να τιμούσαν τον άγιο. Αυτά τα θαυμαστά τα πληροφορήθηκε ο βασιλιάς από μερικούς κυνηγούς που είδαν αυτά τα συμβάντα κι, αντί να μεταστρέψει το φθόνο και την μανία που είχε εναντίον του Αγίου σε ευλάβεια και σεβασμό, γίνεται θηριώδης και αναζητά τον Άγιο. Στέλνει στρατιώτες για να τον βρούνε. Όταν οι στρατιώτες του βασιλιά έφθασαν, τα θηρία όρμησαν με θυμό εναντίον τους και θα τους ξέσχιζαν με τα νύχια και τα δόντια τους, εάν ο άγιος Ελευθέριος δεν τα πρόσταζε να μην βλάψουν κανέναν. Ο Άγιος ακολούθησε τους στρατιώτες και καθ' οδόν τους δίδασκε να πάρουν παράδειγμα από τα άγρια θηρία που ηρέμησαν στο πρόσταγμα εν ονόματι του Κυρίου. Με τις νουθεσίες και το παράδειγμα του αγίου Επισκόπου πολλοί στρατιώτες πίστευαν στον Χριστό. Όταν έφθασαν στη Ρώμη, έκαμε ένα μεγάλο πανηγύρι ο βασιλιάς για να μαζευτούν πολλοί και να δουν τον θάνατον του Αγίου, τον οποίον πρόσταξε να τον ρίξουν στα θηρία. Όμως και πάλι τα πράγματα δεν έγιναν όπως ήθελε ο βασιλιάς, αλλά όπως πρόσταξε ο Θεός. Ο άγιος Μάρτυρας και πάλι με τα άγρια θηρία δεν φοβήθηκε. ΄Ισα-ίσα, τα θηρία τον σέβονταν και τον προσκυνούσαν, στο θέαμα αυτό όλοι οι παρευρισκόμενοι, βλέποντας και πάλι αυτά τα θαυμαστά σημεία, ανέκραζαν: "Μέγας ο Θεός των χριστιανών". Όμως υπήρξαν και πολλοί, άπιστοι και σκληροί στην ψυχή και στην καρδιά που έλεγαν ότι ο άγιος είναι μάγος.
Ο βασιλιάς, βλέποντας ότι δεν μπορεί να νικήσει τον Άγιο με τα διάφορα κολαστήρια και μη γνωρίζοντας κανένα άλλο τρόπο εξοντώσεως του, διατάσσει να τον αποκεφαλίσουν. Με το μαρτύριο αυτού του θανάτου ο άγιος Ελευθέριος παρέδωσε την μακαρία ψυχή του στον Κύριον. Η δε μητέρα του Ανθία αγκάλιασε το σώμα του γιού της και Μάρτυρος και, καταφιλώντας το, τον μακάριζε που με μαρτυρικό θάνατο παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Τότε οι δήμιοι και την μητέρα του αγίου Μάρτυρος αποκεφάλισαν, όπως και τον Άγιο.
Όσοι δε από τους πιστούς βρέθηκαν εκεί στην Ρώμη από τον Αυλώνα, δηλαδή την έδρα της Επισκοπής του αγίου Ελευθερίου, πήραν και τα δύο λείψανα και, αφού τα περιποιήθηκαν και τα τίμησαν δεόντως, με θρησκευτική κατάνυξη και ευλάβεια τα ενταφίασαν εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΛΕΥΚΙΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ.

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΛΕΥΚΙΟΥ,ΘΥΡΣΟΥ,ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ,
ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ,ΑΡΡΙΑΝΟΥ,
ΘΕΟΤΥΧΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩΝ

«Οι άγιοι αυτοί έζησαν επί της βασιλείας του Δεκίου, όταν ηγεμόνας ήταν ο Κουμβρίκιος, ο οποίος κίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών στα μέρη της Νικομηδείας και της Νίκαιας και της Καισαρείας της Βιθυνίας. Ο άγιος Λεύκιος από μόνος του προσήλθε στον ηγεμόνα, ομολογώντας την πίστη του στον Χριστό και διακωμωδώντας τη ματαιότητα των ειδώλων. Κρεμάστηκε λοιπόν με την προσταγή του ηγεμόνα, καταξέστηκαν οι σάρκες του με φοβερό τρόπο, κι επειδή επέμενε με σταθερότητα στην ευσεβή πίστη των Χριστιανών, του κόψανε το κεφάλι. Έπειτα, καθώς πορεύτηκε ο ηγεμόνας στον Ελλήσποντο, ο μέγας αθλητής Θύρσος τον συνάντησε, ανακηρύσσοντας με παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός και ελέγχοντας τον τύραννο ότι απονέμει σεβασμό κατά παράλογο τρόπο σ’ αυτούς που δεν είναι θεοί. Γι’ αυτό γρονθοκοπείται, του σπάνε τα πλευρά, του δένουν και του συντρίβουν τα χέρια και τα πόδια, του τρυπάνε τα βλέφαρα των οφθαλμών και τους ίδιους του οφθαλμούς, του σπάνε με χάλκινους στρόβιλους τα πόδια και του χύνουν καυτό μολύβι στην πλάτη. Το μολύβι που χύθηκε μάλλον έβλαψε τους υπηρέτες παρά τον άγιο. Επειδή με τη χάρη του Χριστού διαφυλάχτηκε αβλαβής από όλα τα φοβερά που του έκαναν, τον έδεσαν με σιδερένια δεσμά. Καταστρέφει όμως με την προσευχή του όλα τα σεβάσματα των ειδώλων. Έπειτα τον έβαλαν με το κεφάλι κάτω μέσα σε κάποιο αγγείο γεμάτο νερό, το οποίο όμως έσπασε αμέσως. Τον έριξαν στη συνέχεια από ένα ψηλό τοίχο, ενώ είχαν βάλει στο μέρος που θα έπεφτε, μυτερά καρφιά και σίδερα, αλλά και από αυτά με τη δύναμη του Χριστού διαφυλάχτηκε πάλι αβλαβής.
Αργότερα, αφού έφυγαν από τη ζωή αυτή με άσχημο τρόπο ο Κουμβρίκιος και ο Σιλβανός, ήλθε στην ηγεμονία ο Βάβδος. Αυτός βλέποντας τον άγιο να μένει σταθερός ακόμη στην πίστη του Χριστού, τον έβαλε μέσα σε σάκο και τον έριξε στη θάλασσα. Έσπασε όμως ο σάκος με τη δύναμη αγγέλου και οδηγήθηκε ο άγιος στην ξηρά. Έπειτα τον κτύπησαν με σφοδρότητα, αλλά αυτός και πάλι με την προσευχή του έριξε κάτω τα ξόανα, ενώ όταν τον έβαλαν για να φαγωθεί από άγρια θηρία, αυτά δεν του έκαναν τίποτε. Και πάλι τον κτύπησαν τόσο πολύ, ώστε να κομματιαστούν οι σάρκες του και να πέφτουν στη γη. Τότε τράβηξε στην πίστη του Χριστού και τον άγιο Καλλίνικο, που ήταν ιερέας των ειδώλων, γιατί σκέφτηκε αυτός ότι μεγαλύτερος από όλους είναι εκείνος ο Θεός, που με την επίκλησή Του πέφτουν τα είδωλα. Φτάνοντας ο άγιος Θύρσος στην Απολλωνία, τράνταξε τους ναούς των ματαίων θεών με την προσευχή και τα έριξε στη γη. Το ίδιο θαυματούργησε και ο άγιος Καλλίνικος, ο οποίος αφού έριξε το είδωλο, δέχτηκε το τέλος του με ξίφος.
   Ο δε άγιος Θύρσος, αφού τον έβαλαν μέσα σε κιβώτιο, ώστε να τον κομματιάσουν με πριόνι, κι επειδή οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το πριόνι, ο άγιος παρέμεινε και πάλι αβλαβής. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, ενώ ακούστηκε από τον ουρανό εκείνη την ώρα φωνή σ’ αυτόν, που του φανέρωνε τα αγαθά που του έχουν ετοιμαστεί. Τελείται δε η σύναξη των αγίων στο Μαρτυρείο τους, που είναι κοντά στους Ελενιανούς».
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΑ ΑΓΙΟΥ ΘΥΡΣΟΥ 
          Η αγία Εκκλησία μας σήμερα, επί τη μνήμη των αγίων αυτών μαρτύρων, μας προσφέρει ένα μπουκέτο από λουλούδια ευωδιαστά, που ευωδιάζουν τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την ευωδία που λέει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή οι πιστοί στον Χριστό αποτελούν οσμή ζωής, την οποία όμως μπορούν να οσφρανθούν μόνον οι επίσης πιστοί, ενώ η ίδια αυτή ευωδία λειτουργεί ως οσμή θανάτου για εκείνους που έχουν αποστρέψει το πρόσωπό τους από τον Θεό, λόγω της μεταποίησης που προκαλεί στις πνευματικές αισθήσεις τους η «χαλασμένη» διάνοιά τους. Με απλά λόγια, η αγιότητα άλλους, τους πιστούς, τους ωθεί σε δοξολογία του Θεού, ενώ άλλους, τους απίστους και μη καλοπροαιρέτους ανθρώπους, τους ωθεί σε βλασφημία και δυσανασχέτηση. Την αλήθεια αυτή προβάλλει απαρχής σχεδόν η ακολουθία των σημερινών αγίων μας. «Άνθη ωραιότατα εν τω λειμώνι εξήνθησαν των Μαρτύρων οι ένδοξοι, του Πνεύματος πέμποντες θείαν ευωδίαν, και τας διανοίας ευωδιάζοντες πιστώς, των ετησίαις μνήμαις τιμώντων αυτών». (Οι ένδοξοι άγιοι άνθησαν σαν ωραιότατα άνθη μέσα στον κήπο των μαρτύρων, στέλνοντας τη θεϊκή ευωδία του αγίου Πνεύματος, και ευωδιάζοντας τις διάνοιες αυτών που τους τιμούν κάθε χρόνο με πίστη).
  Ποια είναι η ωραιότερη ευωδία που μας έρχεται από την αγία ζωή των μαρτύρων; Ασφαλώς εκείνη που φανερώνει και το «μυστικό» τους, να μπορούν δηλαδή να αντέχουν τα βάσανα και όλες τις θλίψεις τους με τρόπο που κυριολεκτικά μας καταπλήσσει: ο πόθος της θεϊκής ομορφιάς, τέτοιος που όλα τα τερπνά και ωραία του βίου αυτού τα θεώρησαν ως ένα τίποτε. «Κάλλος το θείον ποθούντες, βίου τερπνά εις ουδέν ηγήσασθε, Αθλοφόροι του Χριστού». (Ποθώντας το θεϊκό κάλλος, όλα τα τερπνά της ζωής αυτής τα θεωρήσατε σαν ένα μηδενικό, αθλοφόροι του Χριστού). Κι είναι εύλογο: ποιος λογικός άνθρωπος, έχων σώας τας φρένας του, καθώς λέμε, μπορεί να θέσει σε ίση μοίρα αυτά που προσφέρει ο κόσμος αυτός με αυτά που προσφέρει ο ίδιος ο Δημιουργός; Όταν μάλιστα γνωρίζει ότι οι ομορφιές του κόσμου υφίστανται ως δωρεές του Θεού, προκειμένου μέσω αυτών να αναχθούμε σ’ Εκείνον; Αν υπάρχει τόση ωραιότητα στον κόσμο, ας φανταστούμε την απείρως μεγαλύτερη ωραιότητα Εκείνου που την δημιούργησε. Κι ακόμη: όλα τα τερπνά του βίου αυτού είναι φθαρτά και παρερχόμενα, οι προσφορές όμως του Κυρίου είναι αιώνιες και αθάνατες.
  Αν λοιπόν αυτονομηθούν τα τερπνά του βίου, χωρίς αναφορά στον Δημιουργό, ποιο το νόημά τους; Και βεβαίως ο πόθος αυτός των σημερινών αγίων για τον Χριστό, που αποτελεί κοινό τόπο σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας, στοιχεί στο επίπεδο ζωής του αποστόλου Παύλου, ο οποίος πρώτος εξ όλων διακήρυσσε: «Ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.
Ο άγιος υμνογράφος, ο Θεοφάνης, επισημαίνει όμως και κάτι ακόμη, που πράγματι και αυτό έρχεται ως ευωδία αγιασμού. «Το σώμα, λέει, ξέοντες δεινώς οι του σκότους προστάται, λογισμού σου τον τόκον ουκ εχαύνωσαν, στοργή τη θεϊκή δυνατώς εν αγάπη, Θύρσε, κρατυνόμενον». (Ξύνοντας το σώμα σου με φοβερό τρόπο οι προστάτες του σκοταδιού, Θύρσε, δεν μάραναν τον τοκετό του λογισμού σου, ο οποίος ενισχυόταν δυνατά με αγάπη, από τη θεϊκή στοργή). Η αλήθεια που προβάλλει εν προκειμένω ο άγιος Θεοφάνης είναι πράγματι εξόχως σημαντική: ο πιστός χριστιανός πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε μία κατάσταση τοκετού των λογισμών του, δηλαδή να γεννά, να προεκτείνει την αγάπη του Θεού που (πρέπει να) διακατέχει την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ο λογισμός μας, αν είμαστε, χριστιανοί, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Οι λογισμοί μας πρέπει να είναι αδιάκοπα σε κατάσταση «εγκυμοσύνης» του καρπού του αγίου Πνεύματος. Να μη γινόμαστε στείροι και άκαρποι. Πρόκειται για διαφορετική διατύπωση της εικόνας που απεκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος, ότι Εκείνος είναι το αμπέλι και ο Θεός Πατέρας ο γεωργός. «Και παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη». Κάθε κλήμα, κάθε χριστιανός δηλαδή, που δεν μένει ενωμένο με το αμπέλι που είναι ο Χριστός, ο Θεός Πατέρας το κόβει και το πετά. Ενώ κάθε κλήμα που μένει ενωμένο με το αμπέλι, το καθαρίζει, ώστε να φέρει περισσότερο καρπό. Είναι μία εικόνα, που τον Χριστιανό δεν τον αφήνει σε ησυχία. Καλούμαστε να βρισκόμαστε πάντοτε σε αέναη πορεία αυξήσεως και καρποφορίας. Δεν το κάνουνε; Δεν γεννάμε αυτό που μας προσφέρει ο Χριστός; Δυστυχώς, αυτό που μας περιμένει είναι το σάπισμα και το πέταμα


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
  Ο Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, Επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου εορτάζεις τις 12 Δεκεμβρίου.
Ανήκει στην ιερή φάλαγγα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων.
Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306 - 337) και του γιου του Κωνστάντιου (337 - 361).
Γενέθλια πατρίδα του ο Άγιος Σπυρίδων είχε όχι την Τριμυθούντα της Κύπρου, όπως γράφουν πολλοί και που σήμερα είναι ένα μικρό χωριό με το όνομα Τρεμετουσία, αλλά την γειτονική της κωμόπολη Άσσια.
Αυτό μας λέγει ο Άγιος Τριφύλλιος, πρώτος Επίσκοπος της Λευκωσίας και μαθητής του Αγίου Σπυρίδωνος. «Ούτος ουν ο Άγιος Σπυρίδων αγροίκος μεν ην ειπείν κατά την ανατροφήν, εν χωρίω Ασκία καλουμένω γεννηθείς εις την Κυπρίων επαρχίαν». Το χωριό Ασκία (πιο σωστά Άσκια) είναι η γνωστή κωμόπολη της Άσσιας, που είναι κοντά στην Τριμυθούντα. «Αγροίκος» σημαίνει άνθρωπος απλοϊκός, άνθρωπος που δεν σπούδασε, δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει καλά.
Άνθρωπος, όπως λέμε εμείς σήμερα του βουνού και του κάμπου. Άνθρωπος της υπαίθρου• και τέτοιος πραγματικά ήταν ο Άγιος μας. Τέτοιοι ήσαν και οι γονείς του. Άνθρωποι αγρότες, φτωχοί, αλλά πολύ ενάρετοι και πιστοί. Γι' αυτό και το παιδί τους το ανέθρεψαν με προσοχή και φόβο Θεού. Το ανέθρεψαν, όπως λέγει και ο θείος Παύλος για τον μαθητή του Τιμόθεο, ότι τον ανέθρεψε η γιαγιά του Λωΐδα και η μητέρα του Ευνίκη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση και ζωή
Γράμματα ο Άγιος δεν έμαθε πολλά. Ούτε φοίτησε σε ανώτερες Σχολές, όπως οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή όμως, το βιβλίο του Θεού, ήταν ο καθημερινός και αχώριστος σύντροφός του. Όπου πήγαινε, μαζί του την έπαιρνε. Μαζί του στο σπίτι. Μαζί του και όταν οδηγούσε τα πρόβατα στη βοσκή, γιατί ήταν βοσκός. Μέσα στο σακίδιό του, την γνωστή κυπριακή βούρκα στην οποία είχε βαλμένο το λιτό του γεύμα, είχε και το Ευαγγέλιό του. Πόσο συγκινητική, μα και αξιομίμητη αλήθεια ήταν τούτη η συνήθειά του! Μιλάει μόνη της.
Τούτο προσθέτουμε:
Εκεί στον κάμπο τον πλατύ, όταν τα πρόβατα βοσκάνε, ο Σπυρίδων καθισμένος κάτω από τον ίσκιο κάποιου δένδρου ή πάνω σε κάποιο ψήλωμα μελετούσε μ' ευφροσύνη τα λόγια του Θεού και σαν τον Δαβίδ έψαλλε και δοξολογούσε τα μεγαλεία του. Πολλές φορές ακόμη καλούσε κοντά του τους άλλους βοσκούς και με στοργή και αγάπη παραδειγματική τους δίδασκε του Θεού τον νόμο, και αγωνιζόταν ώρες να οδηγήσει τις ψυχές τους στα χλοερά λιβάδια της χριστιανικής πίστης.
Από τα πρώτα του βήματα το λουλούδι αυτό του Ουρανού και όργανο του Αγίου Πνεύματος φρόντιζε να σκορπίσει παντού της Ορθοδοξίας τα αρώματα. Κάθε μέρα που περνούσε, ο ζήλος του για την σωτηρία των γύρω του, μα και η αγάπη και η ταπείνωσή του, τον ανέβαζε και σε ψηλότερες βαθμίδες αρετής και ηθικής τελειώσεως. Και γινόταν για τις δύσκολες ημέρες της εποχής του, εποχής σκληρών διωγμών και ειδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους και χριστιανικής ομολογίας. Στον διωγμό, που εξαπέλυσε ενάντια στους Χριστιανούς ο Μαξιμίνος (308 - 313) συνελήφθη και ο ιερός Σπυρίδων. Ο φλογερός και υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας του Θεού επίσκοπος δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Τα βασανιστήρια πολλά. Σ' ένα απ' αυτά όπως μας λέγει κάποιος συναξαριστής, είχε εξαρθρωθεί και το πόδι του και είχε βλαφθεί και το ένα του μάτι.
Τους παλμούς της καρδιάς του και την αγάπη του όμως στον Χριστό τίποτα δεν μπόρεσε να μειώσει. Μια ευφροσύνη πλημμύριζε ολόκληρο το είναι του, σαν σκεφτόταν ότι έπασχε για την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἠμᾶς». (Ρωμ. η΄ 18), έλεγε και επαναλάμβανε από μέσα του, σαν δεχόταν τα ραπίσματα και τους άλλους εξευτελισμούς.
Μετά την έκδοση του «εδίκτου του Μεδιολάνου» (313), του διατάγματος δηλαδή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου με το οποίο επιβαλλόταν στην αυτοκρατορία η ανεξιθρησκεία, ο άγιος Σπυρίδων επέστρεψε στην Τριμυθούντα.

Ο Άγιος δημιουργεί οικογένεια
Μα και στις ημέρες της ευτυχίας και της οικογενειακής θαλπωρής που απολάμβανε μετά την απελευθέρωσή του, που έγινε πιθανόν ύστερα από την κυκλοφορία του διατάγματος των Μεδιολάνων, η φλόγα της πίστεώς του στον Χριστό έμεινε αμείωτη και η αγάπη του πάντα υποδειγματική. Είπα στις ημέρες της οικογενειακής θαλπωρής, γιατί νέος ο Άγιος μας, κατόπιν πιέσεως των γονιών του δημιούργησε οικογένεια. Δυστυχώς όμως πολύ νωρίς έχασε την προσφιλή του σύντροφο. Την κάλεσε ο Κύριος κοντά του. Έτσι ο Σπυρίδων έμεινε μόνος με συντροφιά την χαριτωμένη κόρη του, την Ειρήνη του. Ο πόνος υπήρξε μεγάλος.
Όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τα λόγια του πολύαθλου Ιώβ ήταν πάντα στο στόμα του. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο. Ὡς τῷ Κυρίω ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰώνας» (Ιώβ α΄ 21). Παρηγοριά στην θλίψη του βρήκε πάλι στα λόγια του Θεού. Γιατί μόνο τα λόγια του Θεού τις στιγμές αυτές είναι ικανά να ξεκουράσουν ψυχικά τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στην σωτηρία.
Η πανθομολογουμένη από όλους ευσέβεια και αρετή του κατέστησε τον Άγιο σεβαστό και αγαπητό, όχι μονάχα στην πόλη του, μα και στα γύρω χωριά. Σ' αυτόν έβρισκαν καταφύγιο οι δυστυχισμένοι. Αυτόν είχαν προστάτη οι πονεμένοι. Αυτόν έβλεπαν πατέρα τα ορφανά. Σε κάθε ανάγκη σ' αυτόν κατέφευγαν όλοι, γιατί στο πρόσωπό του ήταν βέβαιοι πως θα βρίσκανε αυτό που ήθελαν, αυτό που ποθούσαν. Την παρηγοριά και την ανακούφιση.
  Ο Σπυρίδων ποιμένας ψυχών
Έτσι, όταν κάποτε πέθανε ο ιερέας του τόπου εκείνου, μικροί και μεγάλοι μ' ένα στόμα τον Σπυρίδωνα κάλεσαν και τον έπεισαν να χειροτονηθεί ποιμένας των ψυχών τους.
Αργότερα κλήρος και λαός με τις παρακλήσεις τους πάλι ανέδειξαν τον Άγιο πρώτο Επίσκοπό της Τριμυθούντος. Και την θέση αυτή τίμησε και δόξασε όσο κανένας άλλος ο απλοϊκός βοσκός. Την τίμησε και την δόξασε, γιατί ήταν ο πράος και ταπεινός. Τα λόγια του θείου Διδασκάλου «μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμί καί ταπεινός τή καρδία» (Ματθ. ια΄ 29) ήταν γι' αυτόν σύνθημα ζωής, ήταν καθημερινό βίωμα.
Ο Σπυρίδων ήταν ακόμη η προσωποποίηση της αγάπης και καλοσύνης. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε ξένο και περαστικό, και για κάθε οδοιπόρο. Τα λόγια του θείου Παύλου «τήν φιλοξενίαν διώκετε» ήταν γι' αυτόν τρόπος ζωής. Ο Άγιος αγαπούσε τον κάθε άνθρωπο. Όποιος ερχόταν σπίτι του έπρεπε να καθίσει να ξεκουραστεί, να διανυκτερεύσει, να φάει και να πιεί. Πολλές φορές ο ίδιος ο Επίσκοπος μιμούμενος τον Κύριο έφερνε νερό και έπλενε με αγάπη τα πόδια των κουρασμένων στρατοκόπων για να τους ξεκουράσει. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ο ταπεινός και πράος εκπρόσωπος της νέας πίστεως ήταν ο γνήσιος ακόλουθος Εκείνου, που ήταν και είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Η αγιότητά του υπήρξε θαυμαστή. Γι' αυτό και ο Πανάγαθος Θεός πλούσια τον αντάμειψε από τον καιρό που ήταν ακόμη στη ζωή.
Άπειρα είναι τα θαύματα που έκαμε με τη βοήθεια του Χριστού. Θαύματα μεγάλα, αναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια η Εκκλησία του έδωκε την προσωνυμία του Θαυματουργού. Αξίζει να δούμε και να γνωρίσουμε όλοι οι χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ο Κύριος εκείνους, που με σταθερότητα και ειλικρίνεια αληθινή του δίδουν την καρδιά τους.

Συμμετοχή σε Συνόδους
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν ο άγιος Σπυρίδων έλαβε μέρος στις εργασίες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, πού συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 325, από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Είναι η εποχή κατά την οποία διάφοροι εκκλησιαστικοί άντρες ασχολούνταν με το ζήτημα της θεότητας του Ιησού Χριστού. Ο πλέον συστηματικός πολέμιος της θεότητας του Χριστού υπήρξε ο Άρειος, πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Αν και ο Άρειος καθαιρέθηκε από τον Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και η διδασκαλία του αποδοκιμάστηκε από τοπική Σύνοδο, ο ίδιος και οι οπαδοί του συνέχισαν να αναστατώνουν την Εκκλησία με τις αιρετικές απόψεις τους. Έτσι ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ οικουμενική Σύνοδο, στην οποία μεταξύ των 318 πατέρων ήταν και ο άγιος Σπυρίδων, ο οποίος μάλιστα διεκρίθη. Και να πως η χάρη και ο φωτισμός του Θεού χρησιμοποίησαν τον χωρίς σπουδαία μόρφωση άγιο Σπυρίδωνα να υποστηρίξει τη θεότητα του Ιησού Χριστού: Ο Άρειος και όσοι τον ακολουθούσαν, χρησιμοποιούσαν τη λογική και τη φιλοσοφία προκειμένου να στηρίξουν τα κατά της θεότητας του Χριστού επιχειρήματα τους. Τότε ο άγιος Σπυρίδων, ο απλός και ταπεινός αυτός επίσκοπος, θέλοντας να αποδείξει ότι ο Θεός είναι τριαδικός και ο Υιός είναι «ὁμοούσιος τῷ Πατρί», και ότι «ἐγεννήθη ἐκ τοῦ Πατρός πρό πάντων τῶν αἰώνων», άρα δεν είναι κτίσμα του, πήρε στα χέρια του ένα κεραμίδι. Κάνοντας δε το σημείο του σταυρού, σφίγγει το κεραμίδι λέγοντας! «Εις το όνομα του Πατρός», και από το κεραμίδι βγαίνει μία φλόγα• «Και του Υιού», και από το κεραμίδι στάζει νερό• «Και του Άγιου Πνεύματος», και στο χέρι του μένει το χώμα. Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων εξηγεί με λόγια απλά: Το χώμα, το νερό και η φωτιά, δηλαδή τρία υλικά στοιχεία, έκαναν το ένα κεραμίδι. Το ίδιο συμβαίνει και με την Άγια Τριάδα. Είναι ένας Θεός, αποτελείται όμως από τρία Πρόσωπα• τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ομοούσια μεταξύ τους. Άρα ο Υιός δεν είναι κτίσμα του Πατρός. Έτσι η Α΄ οικουμενική Σύνοδος, με τη συμβολή και του αγίου Σπυρίδωνος, θέσπισε την ομοουσιότητα του Χριστού με τον Θεό Πατέρα και αναθιμάτισε τον Άρειο και όσους υποστήριξαν τις αιρετικές του απόψεις.
Ο άγιος Τριμυθούντος έλαβε μέρος και στις εργασίες της Συνόδου που συνεκλήθη το 342-43 στη Σαρδική (σημερινή Σόφια) και υπέγραψε τα Πρακτικά της, όπως αναφέρει στη Β΄ Απολογία του ο Μέγας Αθανάσιος.
 Το μακάριο τέλος
Ήλθε όμως ο καιρός, η ευλογημένη αυτή ζωή, μια ζωή υποδειγματικής πραότητας και ταπεινοφροσύνης, μια ζωή άδολης αγάπης και καλοσύνης, μια ζωή γεμάτη από θεία χάρη να εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο και να μεταπηδήσει από το επίγειο στο ουράνιο θυσιαστήριο του Κυρίου, για να συνεχίσει εκεί τις υπηρεσίες του. Αυτό έγινε το 348 μ.Χ. με τον θάνατο του Αγίου στην επισκοπή του στην Τριμυθούντα. Έφυγε ο καλός ποιμήν. Έφυγε από το ποίμνιό του. Η αγάπη όμως και το ενδιαφέρον του για τα λογικά πρόβατα του Χριστού που ζητάνε την μεσιτεία του και τις πρεσβείες του προς τον Κύριο, δεν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ως σήμερα. Και θα συνεχίζονται μέχρι που θα θέλει ο Τριαδικός Θεός.
Τα πνευματικά του παιδιά θρήνησαν για καιρό την κοίμησή Του. Το λείψανό του στην ανακομιδή που έγινε μετά από πολλά χρόνια είχε μείνει άφθαρτο και ευωδίαζε. Γι' αυτό και οι κάτοικοι της προνομιούχου πόλεως, που τον είχε ποιμένα ψυχών, το έβαλαν σε μία μαρμάρινη λάρνακα, που έστησαν δίπλα στην είσοδο του ναού από τον νάρθηκα, για να είναι προσκύνημα των πιστών.
Η λάρνακα βρίσκεται ακόμη στο ίδιο μέρος αλλά χωρίς τον θησαυρό. Χωρίς το άγιο λείψανο. Όταν άρχισαν οι αραβικές επιδρομές η επιδρομές των Σαρακηνών (648 μ.Χ.) το λείψανο για ασφάλεια μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί λίγο καιρό πριν να πέσει η βασιλίδα των πόλεων στα χέρια των Τούρκων, ένας ιερέας που ονομαζόταν Γρηγόριος Πολύευκτος, το πήρε από τον ναό που φυλασσόταν μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας και το μετέφερε μέσον της Θράκης, Μακεδονίας και Σερβίας στην Παραμυθιά της Ηπείρου και ύστερα στην Κέρκυρα γύρω στο 1460. Επί τρία ολάκερα χρόνια ο ευσεβής εκείνος ιερέας περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Σ' όλο αυτό το διάστημα τα δύο λείψανα τα είχε κρυμμένα σε δύο σακιά άχυρα για τα οποία, σαν τον ρωτούσε κανείς έλεγε, πως τα άχυρα εκείνα ήταν τροφή για το υποζύγιό του.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΤΟΥ
ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΩΤΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΧΑΪΑ.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ.

Ή άξία της προσκομιδής
Σχετική εικόνα          
 Η ΘΕΙΑ χάρη, πού αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς.
Γι' αυτό οι λειτουργοί δεν παύουν νά δέονται όχι μόνο «υπέρ υγείας»,άλλά και «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού».
 Όσο περισσότερη είναι ή πίστη και ή αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κατάλογος των ονομάτων, πού μνημονεύουν στην προσκομιδή
 Ό παπα-Σάββας ο πνευματικός, μία όσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν, με το μικροσκοπικό του σώμα ένας άσημος καλόγερος.
Όταν όμως λειτουργούσε, φαινόταν μεγαλοπρεπής και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή, μνημόνευε ονόματα «Ων ουκ εστίν αριθμός».Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο, και για δύο-τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.δεν κουράζομαι, απαντούσε εκείνος. 'Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Ή ωφέλεια τους ειναι χαρά μου.
 Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη, με την όποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια πού αποκομίζουν οι ψυχές από τη μνημόνευση. την κατέγραψε, λίγο πριν την κοίμησή του, σαν απάντηση σε εκείνους πού τον ρωτούσαν για ποίο λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα.
  Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα, για νά κάνω σαρανταλείτουργο. τη μέρα πού θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου νά πάρω καιρό, αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το έξης αποκαλυπτικό όνειρο:
 Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην άγία τράπεζα, πάνω στην όποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας, γεμάτος με το Αίμα του Χριστού.
  Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως νά παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και νά πλησιάζει στην άγία τράπεζα.
  Έκει, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα, και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι πού τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί.
Μετά τη θεία λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γεροντα μου κι εκείνος μου είπε:
Εσύ δεν είσαι άξιος για νά συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων, πού μνημόνευσες,με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους.
Αυτό το όνειρο είναι ή αιτία πού μνημονεύω τα , ονόματα όλων" .


Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗΣ 
 Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. 'Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα εΙναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. ""Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
 Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
' Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
 Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
 Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
 Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
 Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Η ζωή του
 Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας, που είναι στη Μ. Ασία, γύρω στα 250 μ.Χ. Ήταν μοναχοπαίδι. Οι γονείς του ήσαν ευσεβείς και καλής οικονομικής
καταστάσεως.Ακολούθησε τον σκληρό,αλλά άγιο δρόμο της ασκήσεως, από μικρός. Σαν έγινε παιδί του Σχολείου, ήταν επιμελής. Έφευγε μακριά από συζητήσεις απρεπείς. Δεν ήθελε ποτέ του άτακτες παρέες. Προτιμούσε,αντί των παιγνιδιών,τις συναναστροφές των ηλικιωμένων.Κοντά στους μεγάλους και στους γέροντες άκουε συμβουλές και
παραδείγματα, πού τον ωφελούσαν ψυχικά. Άκουε για τους εχθρούς, πού απειλούν την ψυχή και το χαρακτήρα του ανθρώπου. Μάθαινε για τις παγίδες, πού στήνει ο σατανάς στη ζωή των εναρέτων κι έβγαζε πολύτιμα συμπεράσματα.
Όταν όμως ήταν αρκετά μικρός, ο ένας μετά τον άλλο πέθαναν οι ευσεβείς γονείς του, αφήνοντάς του αρκετή περιουσία. Μπορούσε τώρα με αυτή να ζήσει και να καλοπεράσει ο Νικόλαος. Μπορούσε να διασκεδάσει και να χαρεί τη ζωή του. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα το δεχόταν ποτέ. Ποτέ δεν έβαζε τον εαυτό του μπροστά. Αυτός σκεπτόταν τους άλλους.
  Ο νους του έτρεχε στους δυστυχείς, στους ασθενείς, στους φτωχούς, στους αδικημένους και τους πεινασμένους, που ήταν παιδιά του Θεού και αδέλφια δικά του. Πώλησε, λοιπόν, την περιουσία του και την διέθεσε όλη για τις ανάγκες των φτωχών και αδυνάτων. Έθρεψε, με το αντίτιμο της περιουσίας, ορφανά και χήρες.Έντυσε γυμνούς,δυστυχισμένους. Ανακούφισε απελπισμένους.
Σώζει τρεις αγνές νέες
Στην εποχή του Αγίου Νικολάου, ζούσε στα Πάταρα της Λυκίας, ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, που είχε τρεις ωραίες θυγατέρες. Ήρθε όμως κάποια ημέρα, που έχασε τα πλούτη του. Η φτώχεια του έγινε μεγάλη και ανυπόφορη. Στην απελπισία του σκέφτηκε να κλείσει τις θυγατέρες του σε πορνείο, για να εξοικονομεί χρήματα αρκετά, ώστε να περνούν και πάλι μια ζωή άνετη! Την ίδια ημέρα όμως, το πληροφορήθηκε κι ο Άγιος Νικόλαος. Έδεσε τότε σ' ένα μαντήλι τρακόσια χρυσά νομίσματα, τρακόσιες σημερινές λίρες, σαν να πούμε, και μόλις νύχτωσε πλησίασε το σπίτι του άλλοτε πλουσίου, κι από ένα ανοιχτό παραθυράκι πέταξε το μαντήλι με τα νομίσματα μέσα στο δωμάτιο.
  Το πρωί που ξύπνησε ο πτωχεύσας πλούσιος κακόκεφος, βρήκε στη μέση του δωματίου το μαντήλι με τα χρήματα. Γεμάτος τότε χαρά και αγαλλίαση, την ίδια κιόλας ημέρα πάντρεψε την πιο μεγάλη του κόρη με έναν πλούσιο της πόλεως, που την ήθελε. Τους έδωσε για προίκα όλα τα νομίσματα. Ο Θεός, σκέφτηκε, θα βρει τον τρόπο και για την ευτυχία των άλλων κοριτσιών μου...
  Ο Άγιος, αφού είδε, ότι τα χρήματά του εκείνα πιάσανε τόπο, όπως ήθελε ο Θεός, και έγινε ο γάμος, μια άλλη νύχτα έβαλε άλλα τρακόσια νομίσματα σ' ένα μαντήλι και τα πέταξε από το ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι, χωρίς να τον αντιληφθεί κανένας. Ο πατέρας με τα χρήματα αυτά πάντρεψε και την δεύτερη θυγατέρα του. Ο Θεός, έλεγε, που τα εξοικονόμησε, για τις δύο μου κόρες, θα φροντίσει και για την τρίτη. Από την ημέρα όμως εκείνη πρόσεχε πάντοτε τη νύχτα αν ξανάρθει ο άγνωστος ευεργέτης, να τρέξει να τον δει ποιος είναι. Και το κατόρθωσε. Ο Άγιος βλέποντας, ότι πάντρεψε και την δεύτερη κόρη έβαλε πάλι σ' ένα μαντήλι άλλα τρακόσια χρυσά νομίσματα και πήγε κρυφά και προσεκτικά και τα πέταξε από το ίδιο παραθυράκι.
  Ο πατέρας των κοριτσιών είχε όμως τον νου του κι αγρυπνούσε. Μόλις άκουσε τον κτύπο, άνοιξε αμέσως την πόρτα και έτρεξε πίσω από τον Άγιο. Ο Νικόλαος μόλις κατάλαβε, ότι τον αντελήφθησαν άρχισε να τρέχει, θέλοντας να ξεφύγει από τα μάτια του ευεργετουμένου και να μείνει άγνωστος. Εκείνος όμως, που τόσο ευεργετήθηκε από τον άγνωστο σωτήρα του, έτρεξε πιο πολύ και τον έφτασε. Μόλις τον είδε τον γνώρισε. Έπεσε στα πόδια του και τον ευχαρίστησε θερμά. Την άλλη ημέρα πάντρεψε και την μικρότερή του κόρη. Τρεις γάμοι ευτυχισμένοι πήραν την θέση τους, εκεί που άλλοτε απειλούσε ο ξεπεσμός και η διαφθορά. Και ο ευτυχής πλέον πατέρας των κοριτσιών, πέρασε με ευτυχία τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Κι ο Άγιος περνούσε τις ημέρες του με ελεημοσύνες, με προσευχή και νηστεία.
 
Σταματάει την τρικυμία - Ανασταίνει τον ναύτη
Κάποτε ο Άγιος ανεχώρησε με ένα Αιγυπτιακό καράβι, για τα Ιεροσόλυμα. Μαζί του ήταν και πολλοί Χριστιανοί, που πήγαιναν να προσκυνήσουν τους Αγίους τόπους. Τη νύκτα βλέπει ο Άγιος στον ύπνο του, ότι ο διάβολος έκοβε τα σχοινιά του καταρτιού στο καράβι. Μόλις ξύπνησε το πρωί είπε στους ναύτες:
- Σήμερα θα μας βρει μεγάλη τρικυμία και θα υποφέρουμε πολύ. Προσευχηθείτε στο Θεό και θα μας φυλάξει από τα κύματα.
Σε λίγο φύσηξε ισχυρός άνεμος και έγινε θαλασσοταραχή μεγάλη. Τα χάσανε όλοι και περίμεναν τον θάνατο. Ο Άγιος προσευχήθηκε τότε θερμά στον Κύριο και ο άνεμος σταμάτησε. Γαλήνεψε η θάλασσα και όσοι ήταν στο πλοίο ανακουφίστηκαν.
 Ο διάβολος, όμως, που δεν του άρεσε το ότι ματαιώθηκε το σχέδιο του για βύθιση του πλοίου, προκάλεσε νέα δοκιμασία: Ένας ναύτης είχε ανεβεί ψηλά στο μεσαίο κατάρτι για να δέσει κάποιο σχοινί. Όταν τελείωσε την αποστολή του, ενώ κατέβαινε, γλίστρησε και πέφτοντας στο κατάστρωμα χτύπησε θανάσιμα. Ο Νικόλαος έσπευσε κοντά του, προσευχήθηκε θερμά στο Θεό και ανέστησε το νεκρό ναύτη, προς μεγάλη χαρά των συνταξιδιωτών και του πληρώματος, που δόξασαν απ' την καρδιά τους τον Κύριο για το θαύμα κι ευχαρίστησαν τον άγιο. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πλήθος ασθενών προσέρχονταν στον άνθρωπο του Θεού και θεραπεύονταν από τις αρρώστιες.
 Νέα δοκιμασία του επεφύλασσε ο διάβολος και στο ταξίδι της επιστροφής. Ο καπετάνιος και οι ναύτες του πλοίου με τους οποίους είχε συμφωνήσει να τον μεταφέρουν στην πατρίδα του, αθέτησαν τη συμφωνία. Και επειδή τους ευνοούσαν οι άνεμοι κατευθύνθηκαν προς τη δική τους πατρίδα. Η θεία Δίκη, όμως, τους τιμώρησε: Σφοδρή ξαφνική καταιγίδα μετατόπισε το πηδάλιο, άλλαξε την κατεύθυνση της πορείας του πλοίου, απείλησε το πλήρωμα με καταποντισμό και τελικά οδήγησε το καράβι στο λιμάνι - προορισμό του αγίου Νικολάου. Παρά την κακή συμπεριφορά τού πληρώματος ο Νικόλαος, όντας πράος και φιλάνθρωπος, προσευχήθηκε στο Θεό και Εκείνος έδωσε να επιστρέψουν γρήγορα και χωρίς περιπέτειες στην πατρίδα τους, ενώ ο άγιος επανήλθε στη Μονή της Αγίας Σιών, που είχε ιδρύσει ο θειος του, και στην οποία τον υποδέχτηκαν όλοι με χαρά.
Εκλέγεται Αρχιερεύς
Κοντά στα Πάταρα ήταν μια πόλη, που την έλεγαν Μύρα. Όταν πέθανε ο Αρχιερεύς της πόλεως εκείνης, ζητούσαν να βρουν ένα καλό και άξιο Αρχιερέα. Συνάχθηκαν λοιπόν οι επίσκοποι και κληρικοί της Επαρχίας των Μύρων, για να εκλέξουν Αρχιερέα. Σαν τέτοιο ομόφωνα εξέλεξαν τον Νικόλαο που ήταν ήδη ιερεύς, φημισμένος για την αγιότητα του βίου του. Ο Άγιος για να φροντίζει την ψυχή του, κοπίαζε τώρα ως αρχιερεύς πολύ. Πονούσε, αγρυπνούσε, νήστευε, προσευχόταν. Η φιλανθρωπική δράσις του Αγίου μεγάλωσε πολύ όταν έγινε αρχιερεύς. Έκανε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες πάντοτε αθόρυβα. Προσπαθούσε να μη τις ξέρουν ούτε οι κοντινότεροί του. Ίδρυσε πτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα Ιδρύματα. Ήταν πράος, ταπεινός και αγαθός, αλλά έδειχνε, όταν έπρεπε, και την επιβαλλόμενη αυστηρότητα. Στους θρασείς και τους αδίκους ήξερε να χρησιμοποιεί σαν ποιμένας, τη ράβδο. Πολλές φορές έλεγχε και φοβέριζε αδίκους πλουσίους, προκειμένου να υπερασπίσει χήρες, ορφανά και αδυνάτους.
Διωγμός και φυλάκιση
Ο φθονερός, όμως, διάβολος, που σκοπό έχει να βλάπτει αμυχές και να πολεμάει την Εκκλησία του Θεού, προκάλεσε νέο σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών. Όπως ήταν φυσικό ο Νικόλαος, ο γνωστός και στους ειδωλολάτρες αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, συνελήφθη μεταξύ των πρώτων. Αλυσοδέθηκε, βασανίστηκε, φυλακίστηκε μαζί με άλλους χριστιανούς. Αν και φυλακισμένος, κατά το χρονικό αυτό διάστημα που δεν ήταν και μικρό, δεν έπαψε να ενισχύει το ποίμνιο του, να στηρίζει τους χριστιανούς στην πίστη του Χριστού, να χαλυβδώνει τους γενναίους αγωνιστές.
  Και ο θρίαμβος της Πίστεως δεν βράδυνε να έρθει. Με την εμφάνιση του σημείου του Σταυρού στον ουρανό, με την προτροπή «εν τούτω νίκα», ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος,
έπαυσε τους τρομερούς διωγμούς. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων αναγνώρισε το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας. Οι χριστιανοί ήταν πλέον ελεύθεροι να λατρεύουν το Θεό τους.
Αποφυλακίστηκαν οι κρατούμενοι σ' όλη την αυτοκρατορία. Και ο Νικόλαος, φυσικά, επέστρεψε ελεύθερος στην Εκκλησία του.
Στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο ραπίζει τον Άρειο
Την εποχή εκείνη παρουσιάστηκε στην Αλεξάνδρεια ένας άνθρωπος μορφωμένος, που τον έλεγαν Άρειο. Αυτόν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο άγιος Πέτρος ο μάρτυς, τον χειροτόνησε Διάκονο. Εκείνος όμως άρχισε μετά την χειροτονία του να λέγει πράγματα αιρετικά. Έλεγε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αληθινός αλλά κτίσμα του Θεού. «Ην καιρός, ότε ουκ ην ο Υιός...». Όταν το έμαθε ο Αρχιερεύς, τον έδιωξε από διάκονο. Μετά τον θάνατο όμως του Αγίου Πέτρου, ανέλαβε Πατριάρχης, ο Αχιλλάς. Αυτός έφερε τον Άρειο σε θεογνωσία και τον χειροτόνησε Πρωτοπρεσβύτερο Αλεξανδρείας. Και όσο καιρό ζούσε ο Αχιλλάς, ορθοφρονούσε ο ασεβέστατος Άρειος. Μόλις όμως πέθανε ο Αχιλλάς, κι έγινε Πατριάρχης ο Άγιος Αλέξανδρος πάλιν άρχισε να κηρύττει τις αιρετικές του δοξασίες.
  Ο Πατριάρχης τότε τον καθήρεσε και τον αναθεμάτισε. Αυτός όμως, εξακολουθούσε να διαδίδει την αίρεσή του. Παρέσυρε μάλιστα με τη μόρφωσή του και την πονηράδα του και μερικούς Αρχιερείς: τον Ευσέβιο Νικομηδείας, τον Παυλίνο Τύρου, τον Ευσέβιο Καισαρείας και πολλούς άλλους κληρικούς. Η αίρεση πλάτυνε σαν κολλητική αρρώστια από την Αλεξάνδρεια σ' όλη την Αίγυπτο και την Αφρική, στην Παλαιστίνη, στη Μικρά Ασία, στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Άγιος Κωνσταντίνος για να σταματήσει το σάλο και το κακό, συνεκάλεσε την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια. Εκεί μαζεύτηκαν 318 άγιοι Πατέρες.
 Ακούστηκαν ακαταμάχητα επιχειρήματα και φλογεροί λόγοι, που απογύμνωσαν την πλάνη και την αίρεση του Άρειου. Εκείνος όμως δεν παραδεχόταν τίποτε. Αντίθετα προσπαθούσε με τη ρητορική του δεινότητα να μπερδέψει και να αποστομώσει τους Αγίους Πατέρες. Τότε τον Άγιο Νικόλαο κατέλαβε ιερά αγανάκτησις. Σηκώθηκε από τη θέση του πλησίασε τον Άρειο και από θείο ζήλο πλημμυρισμένος, του έδωσε ένα δυνατό ράπισμα. Αυτό θεωρήθηκε προσβολή προς τον αυτοκράτορα και τους άλλους αρχιερείς γι' αυτό και αφού του αφαίρεσαν το ωμοφόριον, τον έριξαν στη φυλακή. Την νύκτα όμως μέσα στην φυλακή, φάνηκε ο Χριστός και η Θεοτόκος που του πρόσφεραν ένα Ευαγγέλιο και ένα ωμοφόριο. Την άλλη ημέρα, πήγαν μερικοί και του μετάφεραν φαγητό. Τον βρήκαν όμως λυμένο από τα δεσμά. Φορούσε μάλιστα το ωμοφόριόν του και διάβαζε το Ευαγγέλιον που κρατούσε στα χέρια του.
-Πού τα βρήκες αυτά; Τον ρώτησαν.
Και ο Άγιος τους είπε όλη την αλήθεια. Αυτό το έμαθε ο βασιλεύς και τον έβγαλε από την φυλακή. Του ζήτησε συγχώρεση, καθώς και οι λοιποί Πατέρες. Η φυλάκισή του, ίσως, ήταν η αιτία για την οποία δεν αναφέρεται τ' όνομά του και η υπογραφή του στα Πρακτικά της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Μετά τη Σύνοδο, επέστρεψαν όλοι οι Αρχιερείς στις επαρχίες τους και ο Άγιος Νικόλαος στα Μύρα. Παρ' όλο το βάρος των ετών εξακολουθούσε να εργάζεται εντατικά για την Χριστιανική προκοπή του ποιμνίου του και για τα έργα της φιλανθρωπίας.
Ο άγιος σώζει τρεις στρατηγούς από άδικο θάνατο
Τρεις γενναίοι στρατηγοί, αφοσιωμένοι στον αυτοκράτορα άγιο Κωνσταντίνο, οι Νεποτιανός, Ούρσος και Ερπυλίων, συκοφαντήθηκαν στον αυτοκράτορα και τον επίτροπό του Αβλάβιο ως στασιαστές. Ρίχτηκαν γι' αυτό το λόγο στη φυλακή. Το βράδυ πριν από την ημέρα της εκτέλεσής τους, παρουσιάζεται ο άγιος Νικόλαος στο όνειρο τόσο του αυτοκράτορα όσο και του επιτρόπου του και απειλώντας τους με τιμωρία αν σκότωναν τους αθώους, πέτυχε την απελευθέρωσή τους. Ήταν ακόμα εν ζωή ο άγιος Νικόλαος.
  Το περιστατικό αυτό περιγράφεται σε ένα στιχηρό της ακολουθίας του εσπερινού του αγίου:«Ὤφθης Κωνσταντίνω βασιλεῖ, σύν τῷ Ἀβλαβίω κατ' ὄναρ καί τούτους φόβω βαλῶν, οὕτως αὐτοῖς εἴρηκας. Λύσατε δή ἐν σπουδή τῆς εἱρκτῆς οὖς κατέχετε δεσμίους ἀδίκως,
ἀθώους τυγχάνοντας τῆς παρανόμου σφαγῆς. Ὅμως ἀλλ' ἐάν παρακούσης, ἔντευξιν ποιήσομαι ἄναξ, κατά σου πρός Κύριον δεόμενος».
Η κοίμησίς του.
Η εσωτερική αγιότης του Αγίου Νικολάου ξεχυνόταν στη μορφή του. Μπορούσε κανείς να τον αναγνωρίσει, μέσα σε πολλούς ανθρώπους έστω και αν πρώτη φορά τον έβλεπε, από την Αγία του μορφή. Τόσο δε το πρόσωπό του έλαμπε και ήταν σοβαρό, στοχαστικό, και επιβλητικό, που πολλές φορές μερικοί, που τον συναντούσαν στο δρόμο επέστρεφαν στη θεογνωσία, χωρίς να τους διδάξει. Η παρουσία του τούς έπειθε. Λυπημένοι, που πήγαιναν να πουν το παράπονό τους σ' αυτόν, μόνο που τον έβλεπαν, τους έφευγε η λύπη και τους ερχόταν η χαρά. Αλλά ήταν κι αυτός άνθρωπος κι έπρεπε να φύγει από τον κόσμο αυτό. Το 330 μ.Χ. αρρώστησε για λίγο και κοιμήθηκε εν ειρήνη.
Προτού όμως πεθάνει, την ώρα που προσευχόταν, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είδε αγγέλους που ήρχοντο να παραλάβουν την αγιασμένη του ψυχή. Τότε είπε τον ψαλμό του Δαβίδ: «Κύριε, επί σοι ήλπισα». Όταν έφθασε στο «εις χείρας Σου, Κύριε, παρατίθημι το πνεύμα μου» έκλεισε τα μάτια του. Ήταν η 6η Δεκεμβρίου του 330 μ.Χ.
  Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθύτατη θλίψη. Τα δάκρυα χύθηκαν άφθονα. Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός στα Μύρα, η δε κηδεία του έγινε πάνδημη και μεγαλοπρεπής. Κάτω στη γη θρηνούσαν γιατί έχασαν τέτοιο ποιμένα και διδάσκαλο. Επάνω στον ουρανό πανηγύριζαν άγγελοι και αρχάγγελοι, όσιοι, μάρτυρες και διδάσκαλοι, γιατί δέχθηκαν τέτοιον Άγιο. Η Εκκλησία στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο κατέταξε τον Άγιο Νικόλαο μεταξύ των μεγαλυτέρων και επισημοτέρων Αγίων, ως ισαπόστολον.
Γι' αυτό κάθε Πέμπτη συνεορτάζεται με τους Αποστόλους. Και οι άνθρωποι με τα τροπάρια που έχει η Εκκλησία μας, την ημέρα αυτή του ζητούν τη βοήθεια.
Το Άγιο λείψανό του
Το χαριτόβρυτο σώμα του, εναπετέθη στα Μύρα. Οι χριστιανοί έκτισαν εκεί μεγάλο ναό επ' ονόματι του Αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Από δε το σώμα του ανάβλυζε ιαματικό μύρο. Γι' αυτό τον λένε και Μυροβλήτη. Το 1118, επί Αλεξίου Κομνηνού, οι Άραβες ερήμωσαν πολλές πόλεις και μαζί μ' αυτές και τα Μύρα. Έμεινε μόνο η Επισκοπή και ο ναός του Αγίου που παρέμειναν ως μοναστήρι μέχρι το 1460.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ένας παπικός ιερέας, από την πόλη Μπάρι της Ιταλίας, μετέφερε το λείψανο του αγίου εκεί. Στο Μπάρι έκτισαν αργότερα και ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος και σώζεται. Τα λείψανα του Αγίου τα πούλησε αργότερα ο πάπας στους Ρώσους. Κατόπιν στο Κίεβο, οι Ρώσοι το μοίρασαν σε πολλά τεμάχια.
Λείψανα του Αγίου Νικολάου, πήραν και οι Άγγλοι οι οποίοι τον θαύμαζαν για τα θαύματα, που έκανε. Ο πάπας είχε κρατήσει το δεξί του χέρι, αλλά αργότερα, το 1520, το πούλησε και αυτό στον ηγεμόνα της Βλαχίας. Σώζεται στο Βουκουρέστι, μέσα στο ναό του Αγίου Νικολάου.
Η μνήμη του Αγίου Νικολάου τιμάται στις 6 Δεκεμβρίου. Στις 20 Μαΐου γιορτάζεται και η ανακομιδή των λειψάνων του.
Προστάτης των ναυτιλλομένων
Όχι μόνον όταν ο άγιος ζούσε στον παρόντα κόσμο, αλλά και μετά θάνατον εδραίωσε στη χριστιανική συνείδηση την πεποίθηση ότι είναι προστάτης ιδιαίτερα των ναυτιλλομένων,
«ταχύς εἰς βοήθειαν καί θερμός εἰς ἀντίληψιν». Κατά τον υμνωδό του «πρέσβυς ὧν ἐν τή γῆ μέγας, καί γής ἀποστᾶς εἰς τό πρεσβεύειν ζέει».
Σήμερα, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, δεν υπάρχει βραχονησίδα, νησάκι, μεγαλύτερο νησί, παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά και μακρύτερα από τη θάλασσα, που να μην έχει ανεγερθεί εικονοστάσι η ναΐδριο, ενοριακός ή μοναστηριακός ναός προς τιμήν του αγίου Νικολάου. Και φυσικά, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό μας έχουν ως προστάτη τους τον αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου γεμίζει με την παρουσία και τη χάρη του τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τα σπίτια των οικογενειών τους, διότι ο άγιος «διασώζει τούς αὐτῶ προστρέχοντας ἐκ κινδύνων χαλεπῶν καί θανάτου πικροῦ».
 
Η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Νικολάου του Στρειδά.
 
Στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα ὑπάρχει μιά ψηφιδωτή εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου (προστάτου τῆς Μονῆς). Στό μέτωπο τοῦ ἁγίου ὑπάρχει κατά μῆκος σχισμή ὀκτώ ἑκατοστῶν, πάνω στήν ὁποία εἶχε φυτευθῆ ἕνα μεγάλο «ὄστρεο» κατά τό χρονικό διάστημα, πού ἡ εἰκόνα εἶχε μείνει στόν βυθό τῆς θάλασσας. Ἔτσι ἡ εἰκόνα αὐτή ἔλαβε τήν προσηγορία: «ἅγιος Νικόλαος ὁ Στρειδᾶς ἤ Ἀστρειδᾶς».
 Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι «ἐξήχθη ἐκ τῆς θαλάσσης, ὑπό τῶν ἁλιέων τῆς Μονῆς κατά τούς χρόνους τῆς ἀνιδρύσεως αὐτῆς», κατά τύχη, μέ τά δίχτυά τους, μέ τό ὄστρακο πάνω στό μέτωπο τοῦ ἁγίου Νικολάου. Οἱ ἁλιεῖς προσπάθησαν ἐπιτηδείως νά ἀποκολλήσουν τό στρείδι ἀπό τό μέτωπο τοῦ ἁγίου. Μόλις ὅμως τό ξεκόλλησαν, στό μέτωπο τοῦ ἁγίου ἐφάνη αἷμα, πού μέχρι σήμερα φαίνεται καί βεβαιώνει τό θαῦμα.
Ἐξ' αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος ὁ πατριάρχης Ἰερεμίας ὅρισε, νά ἑορτάζει καί νά τιμᾶται ἡ Μονή ἐπ' ὀνόματι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Τό ὄστρακο αὐτό διατηρήθηκε σάν κειμήλιο.
Τό μισό εὑρίσκεται στή Μονή. Τό ἄλλο μισό τό ἔκαμαν, κατά τήν παράδοση, ἐγκόλπιο-δῶρο στόν πατριάρχη Ἰώβ τῆς Ρωσίας. Τό πιό πιθανό εἶναι νά ρίχτηκε ἡ εἰκόνα στό βυθό ἀπό τούς Καταλανούς πειρατές μετά τήν ἐπιδρομή πού ἔγινε τό 1306. Αὐτό μᾶς τό ἐπιβεβαιώνουν οἱ εἰδικοί, πού χρονολόγησαν τήν κατασκευή τῆς εἰκόνας στά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα. Ἡ εἰκόνα ἀνελκύστηκε τό ἔτος 1589, ἐπί πατριαρχίας Ἰερεμίου Β΄. Ἄρα ἡ εἰκόνα ΕΜΕΙΝΕ ΑΒΛΑΒΗΣ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ 283 ΧΡΟΝΙΑ.
(Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελ. 82-83)

Ἔχουμε, λοιπόν ἐδῶ, ἕνα ἀναμφισβήτητα θαυμαστό γεγονός γιά τήν συγκεκριμένη εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου. Φυσικά ὑπάρχουν καί ἄλλα ἀνάλογα θαύματα τῆς Παναγίας καί ἄλλων ἁγίων. Μαρτυροῦν, ὅτι ὁ Θεός δίνει τή χάρη Του ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥΣ.
Θαύματα ἀπό τίς ἅγιες εἰκόνες γίνονταν στό παρελθόν. Γίνονται καί ΤΩΡΑ. Καί θά συνεχίσουν νά γίνονται καί στό μέλλον. Γιά πάντα. Γιατί ὁ Θεός, εἶναι καί θά εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος.Συμπέρασμα πνευματικό.
Ὅποιος δέν πιστεύει στά θαύματα τῶν ἁγίων καί τῶν εἰκόνων τους, ξεχνάει ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος. Καί ὅτι ἐνεργεῖ, ὅποτε θέλει· καί ὅπως θέλει.Ὅποιος πιστεύει μέν στά θαύματα τῶν ἁγίων μέσῳ τῶν λειψάνων τους καί τῶν εἰκόνων τους, ἀλλά δυσπιστεῖ, ἄν κάποιο ἀπό τά θαύματα, πού τοῦ διηγοῦνται, εἶναι ἀληθινό καί αὐθεντικό ἤ ὄχι, δέν ἁμαρτάνει. Γιατί ἡ δυσπιστία του δέν ἀναφέρεται στόν Θεό, ἀλλά σέ ανθρώπους.
Του Αρχ.Νίκωνος Κουτσίδη.